- χηρωστής
- χηρωστής: pl., surviving relatives, heirs of one who dies childless, Il. 5.158†.
A Homeric dictionary (Greek-English) (Ελληνικά-Αγγλικά ομηρικό λεξικό). 2010.
A Homeric dictionary (Greek-English) (Ελληνικά-Αγγλικά ομηρικό λεξικό). 2010.
χηρωστής — ὁ, Α 1. αυτός που ενεργεί ως επίτροπος χηρών και ορφανών 2. συν. στον πληθ. oἱ χηρωσταί μακρινοί συγγενείς οι οποίοι κληρονομούσαν τον θανόντα λόγω έλλειψης στενότερων συγγενών («χηρωσταὶ δὲ διὰ κτῆσιν δατέοντος», Ομ. Ιλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Αρχαϊκός όρος … Dictionary of Greek
χηρωτής — ὁ, Α χηρωστής* [ΕΤΥΜΟΛ. Αλλος τ. τού χηρωστής*] … Dictionary of Greek
ē̆ 1, ō̆ — ē̆ 1, ō̆ English meaning: a kind of adverbial/ nominal particle Deutsche Übersetzung: adnominale and adverbale Partikel, etwa “nahe bei, zusammen with” Note: out of Aryan and partially also already in this in the meaning coloring … Proto-Indo-European etymological dictionary